καρτερώ — (I) και ποιητ. τ. ακαρτερώ, άω και έω (AM καρτερῶ, έω) [καρτερός] 1. περιμένω, αναμένω (α. «σέ καρτερούσα όλο το απόγευμα» β. «οὐ καρτερῶ μέχρι θαλάμων ἐλθεῑν», Σέξτ. Εμπ.) 2. υπομένω με γενναιότητα, υποφέρω με υπομονή (α. «Κι ακαρτέρει κι… … Dictionary of Greek
καρτερώ — καρτεράω / καρτερώ (παρατατ. ούσα) βλ. πίν. 58 … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
καρτερῶ — καρτερέω to be steadfast pres subj act 1st sg (attic epic doric) καρτερέω to be steadfast pres ind act 1st sg (attic epic doric) καρτερός strong masc/neut gen sg (doric aeolic) καρτερόω strengthen pres subj act 1st sg καρτερόω strengthen pres ind … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρτερῷ — καρτερός strong masc/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρτερώ — καρτερός strong masc/neut nom/voc/acc dual … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ακαρτερώ — καρτερώ* η προστακτική ακαρτέρει ως επίρρημα («κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά», Σολωμός) … Dictionary of Greek
ακαρτέρητος — η, ο (Α ἀκαρτέρητος, ον) [καρτερῶ] 1. αυτός που δεν δείχνει καρτερία, ανυπόμονος 2. πρόθυμος, ζωηρός νεοελλ. απροσδόκητος, αναπάντεχος αρχ. ο ανυπόφορος … Dictionary of Greek
ακροκαρτερώ — περιμένω για λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρο (ΙΙ) + καρτερώ] … Dictionary of Greek
αναμένω — (Α ἀναμένω) 1. περιμένω, καρτερώ κάτι ή κάποιον 2. προσδοκώ, προσμένω, ελπίζω νεοελλ. μένω, υπολείπομαι αρχ. 1. αναβάλλω, βραδύνω 2. παραμένω 3. υπομένω, περνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μένω. ΠΑΡ. αναμονή] … Dictionary of Greek
απαντέχω — (Μ ἀπαντέχω) περιμένω, προσδοκώ, ελπίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. απαντέχω < αρχ. υπαντέχω «υπομένοντας κάτι αντέχω», απ όπου «υπομένω, καρτερώ, ελπίζω»] … Dictionary of Greek